ανορθώνομαι


ανορθώνομαι
ανορθώνομαι, ανορθώθηκα, ανορθωμένος βλ. πίν. 4

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ανατσουρώνομαι — (και ανατσουτσουρώνομαι) 1. ανορθώνομαι, ετοιμάζομαι να αντιμετωπίσω κάποιον 2. αναλαμβάνω, δυναμώνω …   Dictionary of Greek

  • αναχαιντρώνω — 1. (για το τρίχωμα εξαγριωμένου ζώου) ανασηκώνομαι, ανορθώνομαι 2. (μέσ., ομαι) εξαγριώνομαι, αγριεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < αναχαιντώνω (με ανάπτυξη του ρ ) < αναχαιτώνω, που έχει την ίδια σημασία, ή από το ουσ. χαίτη, αναλογικά προς άλλα ρήματα σε… …   Dictionary of Greek

  • αντιστυλώνω — 1. στηρίζω από το αντίθετο μέρος, αντιστηρίζω 2. υποβαστάζω με αντιστύλι το φορτίο υποζυγίου 3. ( ομαι) ανορθώνομαι για να αντισταθώ, παίρνω δυνάμεις, εμψυχώνομαι …   Dictionary of Greek

  • προανακύπτω — ΝΑ [ἀνακύπτω] νεοελλ. (για δυσχέρειες) προβάλλω ξαφνικά πάλι ενώ είχα εκλείψει αρχ. ανορθώνομαι από πριν …   Dictionary of Greek

  • προσδιανίσταμαι — Α 1. σηκώνομαι και στέκομαι κοντά σε κάποιον 2. μτφ. επαγρυπνώ ακόμη κοντά σε κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + διανίσταμαι «ανορθώνομαι, σηκώνομαι»] …   Dictionary of Greek